έγκαυμα

Βλάβη των ιστών, που προκαλείται από θερμότητα, καυστικές χημικές ουσίες, ηλεκτρισμό ή ηλεκτομαγνητική ακτινοβολία, που δρουν κυρίως με την πήξη των πρωτεϊνών του πρωτοπλάσματος, καταστρέφοντας τα κύτταρα. Τα αποτελέσματα της δράσης της θερμότητας εξαρτώνται από τη θερμοκρασία των ιστών, από την ταχύτητα με την οποία θερμαίνονται και από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δρα η θερμότητα. Το γεγονός ότι η θερμότητα σε υγρή μορφή είναι πιο βλαβερή οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν και στη σύγχρονη εξουδετέρωση των διαδικασιών της θερμορύθμισης. Στα ε. η βλάβη είναι κυρίως τοπική, αλλά μπορεί να προκαλέσει συμμετοχή ολόκληρου του οργανισμού με σοβαρές επιπλοκές, όταν προχωρά σε σημαντικό βάθος και κυρίως όταν επεκτείνεται σε μεγάλη επιφάνεια. Τα ε. διακρίνονται σε 1ου, 2ου και 3ου βαθμού. Στα πρώτα η βλάβη περιορίζεται στον σχηματισμό μίας απλής ερυθηματικής κηλίδας με ελαφριά εξοίδηση· το ερύθημα θεραπεύεται συνήθως χωρίς να αφήσει ίχνη ή αφήνοντας μερικές φορές μία υπέρχρωση για ποικίλη χρονική διάρκεια. Η εξοίδηση είναι, αντίθετα, σημαντική στα ε. 2ου βαθμού και τα υγρά που εξέρχονται από τα αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία συσσωρεύονται ανάμεσα στους ιστούς του δέρματος προκαλώντας τον σχηματισμό φυσαλίδων. Στα ε. 3ου βαθμού προκαλείται νέκρωση των ιστών με σχηματισμό εσχάρων. Τα ε. που προκαλούνται από ηλεκτρικό ρεύμα είναι πάντοτε 3ου βαθμού και χαρακτηρίζονται από βαθιές εσχάρες. Τα ε. 2ου και 3ου βαθμού αφήνουν μετά την ίαση ουλές, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν έντονες παραμορφώσεις και καλύπτονται από λεπτή επιθηλιακή στιβάδα. Τα βαθιά ή εκτεταμένα ε., όπως αναφέρθηκε, συνοδεύονται και από γενικές αντιδράσεις του οργανισμού: από απλό πυρετό έως βαριά κατάσταση καταπληξίας. Η τελευταία μπορεί να εμφανιστεί όταν το έ. προσβάλλει πάνω από 15-20% της επιφάνειας του σώματος και οφείλεται κυρίως σε απώλεια υγρών μέσα από την επιφάνεια του ε., αλλά και σε εξοίδηση των ιστών. Στη δημιουργία κατάστασης καταπληξίας συμβάλλουν, επίσης, η παρεμπόδιση των λειτουργιών απέκκρισης και θερμορύθμισης του δέρματος, η είσοδος τοξικών προϊόντων στην κυκλοφορία, τα νευρικά αντανακλαστικά που ξεκινούν από την περιοχή του ε. και ο παράγοντας του πόνου. Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ε. τοπικά έχει στόχο να περιορίσει τα φαινόμενα της εξοίδησης, να εμποδίσει την επιμόλυνση και να ευνοήσει τις διαδικασίες αποκατάστασης των ιστών. Στα εκτεταμένα ε. πρέπει πάντα να λαμβάνονται μέτρα καταπολέμησης της καταπληξίας: μετάγγιση αίματος και πλάσματος, διατήρηση της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας κ.ά. Το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν παραμορφωτικές ουλές μπορεί να αντιμετωπιστεί με μεταμόσχευση δέρματος. Εάν όμως συντρέχουν αισθητικοί και λειτουργικοί λόγοι, τότε η αντιμετώπισή τους αποτελεί έργο της πλαστικής επανορθωτικής και αισθητικής χειρουργικής.
* * *
το (AM ἔγκαυμα)
κάκωση τού δέρματος από άμεση επενέργεια υψηλής θερμοκρασίας ή χημικών ουσιών
αρχ.
1. ζωγραφιά με έγκαυση
2. κάκωση τού ματιού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκαυμα — mark burnt in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκαυμα — [энгавма] ουσ. о. ожог …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έγκαυμα — το, ατος η βλάβη που προκαλείται στους ιστούς του σώματος από αντικείμενο που καίει ή από διαβρωτική χημική ουσία ή από ακτινοβολία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγκαυμάτων — ἔγκαυμα mark burnt in neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύμασι — ἔγκαυμα mark burnt in neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύμασιν — ἔγκαυμα mark burnt in neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαύματα — ἔγκαυμα mark burnt in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καψιά — η 1. κάψιμο, έγκαυμα 2. η ουλή που απομένει από το έγκαυμα 3. το διακριτικό σημείο που σχηματίζεται στους γλουτούς τών ζώων με πυρακτωμένο σίδερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. καψ (αόρ. έ καψ α τού καίω) + κατάλ. ιά, (πρβλ. κλεψ ιά, κοψ ιά)] …   Dictionary of Greek

  • φωΐς — και φοΐς, ΐδος και συνηρ. τ. φῴς, φῳδός, ἡ, Α φυσαλλίδα στην επιφάνεια τού δέρματος, που οφείλεται σε έγκαυμα και περιέχει υδαρές υγρό, φλύκταινα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την πιθανότερη άποψη, ο τ. ανάγεται στη μορφή *bhō w τής ρίζας τού… …   Dictionary of Greek

  • καψιά — η 1. έγκαυμα, κάψιμο. 2. η ουλή που μένει από έγκαυμα. 3. το διακριτικό σημάδι που σχηματίζεται με πυρακτωμένο σίδερο στους γλουτούς των ζώων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.